καλοδέχομαι

καλοδέχομαι
μετ.
1) гостеприимно принимать, приветливо встречать (кого-л.); 2) принимать с радостью, одобрять (что-л.); слушаться (чего-л.); соглашаться (с чём-л.);

καλοδέχομαι τίς συμβουλές του — слушаться его советов


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "καλοδέχομαι" в других словарях:

  • καλοδέχομαι — 1. υποδέχομαι κάποιον ευχάριστα, κάνω καλή υποδοχή σε κάποιον 2. ακούω κάτι με ευχαρίστηση, αποδέχομαι κάτι με ευμένεια («δεν τά καλοδέχθηκε αυτά που τού είπα») 3. (η μτχ. ενεστ.) καλοδεχούμενος, η, ο καλόδεχτος* («είσαι πάντα καλοδεχούμενος στο… …   Dictionary of Greek

  • καλοδέχομαι — καλοδέχτηκα, δέχομαι καλά, ακούω κάτι ευχάριστα: Δεν τις καλοδέχτηκε τις συμβουλές μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανοίγω — (AM ἀνοίγω, Α και ἀνοιγνύω και ἀνοίγνυμι) 1. αποφράσσω κάτι, του αφαιρώ το κάλυμμα 2. (για δικαστικές πράξεις) αποσφραγίζω και κοινοποιώ 3. απομακρύνω από τη στεριά, φέρνω στο ανοιχτό πέλαγος 4. εγχειρίζω, τέμνω, κόβω το δέρμα 5. δημιουργώ, ιδρύω …   Dictionary of Greek

  • δέχομαι — (AM δέχομαι Α και δέχνυμαι και δέκομαι) 1. παραλαμβάνω κάτι, παίρνω κάτι που μού προσφέρεται ή μού αποστέλλεται 2. συγκεντρώνω, μαζεύω, χωράει μέσα μου («η φιάλη δεν τό δέχτηκε όλο το νερό», «ὀπὸν κάδοις δέχομαι») 3. ανέχομαι, υπομένω («δεν… …   Dictionary of Greek

  • καλ(ο) — (AM καλ[ο]·) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής. Τα σύνθ. στα οποία εμφανίζεται είναι στο σύνολό τους σχεδόν προσδιοριστικού τ. (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β συνθετικό, πρβλ. καλό καρδος, καλο τάξιδος) με… …   Dictionary of Greek

  • καλόδεχτος — η, ο [καλοδέχομαι] 1. αυτός που δέχεται κάποιον με τρόπο φιλόφρονα και ευχάριστο 2. αυτός που γίνεται δεκτός με ευχαρίστηση, που τού γίνεται θερμή υποδοχή. επίρρ... καλόδεχτα με καλοδεχούμενο τρόπο …   Dictionary of Greek

  • καλωσορίζω — καλωσόρισα, καλωσορίστηκα, καλωσορισμένος, υποδέχομαι κάποιον, τον καλοδέχομαι: Όπου και να πήγαινε, όλοι τον καλωσόριζαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»